ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

Κορωνοϊός COVID-19

Κορωνοϊός

Οι κορονοϊοί (ή κορωνοϊοί) είναι ιοί που περιβάλλονται από φάκελο, περιέχουν μη τμηματοποιημένο
μονόκλωνο RNA θετικής πολικότητας και ανήκουν στην οικογένεια Coronaviridae. Υπάρχουν έξι είδη κορονοϊών
που είναι γνωστό ότι προκαλούν ασθένειες στον άνθρωπο. Τέσσερα είδη (229Ε, OC43, NL63 και HKU1)
προκαλούν τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος ενώ τα άλλα δύο (το SARS-CoV* [Severe Acute
Respiratory Syndrome Coronavirus] & το MERS-CoV** (Middle East Respiratory Syndrome Coronavirus])
προκαλούν πιο σοβαρές καταστάσεις. Ο SARS-CoV και ο MERS-CoV προκάλεσαν συνολικά περισσότερα από
10.000 κρούσματα τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με ποσοστό θνησιμότητας 34% για τον MERS-CoV και 10% για
τον SARS-CoV.
Τον Δεκέμβριο του 2019, ορισμένοι άνθρωποι που ζούσαν ή εργαζόντουσαν γύρω από την αγορά θαλασσινών
Huanan στο Wuhan, στην επαρχία Hubei της Κίνας, παρουσίασαν πνευμονία αγνώστου αιτιολογίας. Η μοριακή
ανάλυση των δειγμάτων από τους ασθενείς αυτούς έδειξε ως αιτία έναν νέο κορονοϊό, ο οποίος ονομάστηκε
αρχικά ως Νέος Κορονοϊός 2019 (2019-nCoV) και στη συνέχεια SARS-CoV-2.
Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο του SARS-CoV-2 έχει επιβεβαιωθεί, ακόμη και κατά την ασυμπτωματική
περίοδο επώασης και ο ιός μπορεί να προκαλέσει σοβαρά αναπνευστικά νοσήματα όπως αυτά που
δημιουργούνται από τον SARS-CoV. Αν και η πνευμονία είναι η κύρια νόσος, λίγοι ασθενείς εμφανίζουν σοβαρή
πνευμονία, πνευμονικό οίδημα, σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ή ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων

και θάνατο. Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) θεωρεί ότι τα συμπτώματα του SARS-
CoV-2 μπορεί να εμφανιστούν από 2 ημέρες έως και 14 ημέρες μετά την έκθεση, με συχνότερα συμπτώματα τον

πυρετό, τον βήχα, τις μυαλγίες και τη δύσπνοια. Λιγότερο συνηθισμένα συμπτώματα είναι ο πονόλαιμος, ο
πονοκέφαλος, η διάρροια και ο έμετος. Φαίνεται ότι οι άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας επηρεάζονται περισσότερο.
Ο ΠΟΥ συστήνει για τη διάγνωση της νόσου από τον SARS-CoV-2 δείγματα από το κατώτερο αναπνευστικό
(πτύελα, ενδοτραχειακή αναρρόφηση ή βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα). Ωστόσο, εάν η συλλογή δεν είναι δυνατή,
θα πρέπει να χρησιμοποιούνται δείγματα της ανώτερης αναπνευστικής οδού, όπως το ρινοφαρυγγικό έκπλυμα
ή το ρινοφαρυγγικό μαζί με στοματοφαρυγγικό επίχρισμα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *